Οι γιορτές

Μετά το φαγητό, άρχιζε η τακτοποίηση όλου αυτού του γουρουνιού. Έβγαζαν όλα τα εντόσθια, συκώτι, πνευμόνια (πλεμόνι), σπλήνα, γλυκάδια και έντερα. Όλα αυτά χωριστά το καθένα, χρησίμευαν για την παρασκευή του κατάλληλου φαγητού. Από το συκώτι έκαναν λίγο βραστό. Το έντερο είναι μεγάλο και είναι το παχύ και το λεπτό. Έκοβαν λίγο από το παχύ και το γέμιζαν με ένα μείγμα από συκώτι, πλεμόνι, σπλήνα, λίγο πράσο και ρύζι και το σχετικό αλατοπίπερο (πιπέρι μαύρο ή κόκκινο από αυτό που κάνουν στον κήπο). Με αυτά όλα γίνονταν οι Ματιές ή μπουμπάρια, ένας βραστός καλός μεζές. Στη συνέχεια έβγαζαν ένα κομμάτι από την κοιλιά, είναι λίγο παχύ αλλά έχει κάπου κάπου κομματάκια κρέας (βραστό γίνεται και αυτό) και είναι το προκοίλι. Από το χοντρό έντερο έκοβαν κομμάτι 70-80 πόντους και με μείγμα από σπλήνα, συκώτι, πλεμόνι και γλυκάδια ετοίμαζαν το σπληνάντερο. Από το λεπτό έντερο επίσης έκοβαν κομμάτια 70-80 πόντων (αυτά ήταν 8-9 κομμάτια) και με μείγμα ψιλοκομμένου κρέας, πράσο, γλυκάδια και τα σχετικά αλατοπίπερα, τα γέμιζαν για το πολύ νόστιμο λουκάνικο. Αυτά για να φαγωθούν έπρεπε να στεγνώσουν και να ξεραθούν. Έπρεπε να περάσουν 8-10 μέρες από τότε που θα φτιαχτούν για να είναι έτοιμα. Γίνονταν και ψητά (αφού κοβόντουσαν κομματάκια) στη σούφλα ή και τηγανιτά με λίγη βουστίνα. Για να ξεραθούν τα κρέμαγαν σε κάποιο μέρος του σπιτιού.

Το κεφάλι και τα πόδια τα έβραζαν καλά, τα ξεκοκάλιζαν, κόβανε το κρέας μικρά κομμάτια και με το ζουμί που τα έβρασαν, τα έβαζαν σε ένα δοχείο και αφού κρύωναν, πάγωναν δηλαδή, γινόταν η πηχτή. Αυτά γίνονταν και στο ταψί με τη γάστρα. Όλα αυτά τα μεζεκλίκια, ο κάθε μεζές είχε τη δική του γεύση και τη δική του νοστιμιά.

Ύστερα από αυτή τη φασαρία με τους μεζέδες, φτάσαμε στη ΦΟΥΣΚΑ (κύστη, ουρίθρα, κατρίθρα) τη φουσκώνανε, έβαζαν μέσα τρία τέσσερα καλαμποκόσπορα για να χτυπάνε και την έδιναν στα παιδιά για να παίζουν. Δεν υπήρχαν τότε παιχνίδια όπως υπάρχουν σήμερα. Μερικοί καπνιστές την έφτιαχναν καπνοσακούλα.

Τα γουρούνια αυτά που έθρεφαν, στη ράχη τους έκαναν πολύ λίπος, 2-3 πόντους πάχος. Αυτό το κόβανε φέτες και έπειτα μικρά κομμάτια και μέσα σε ένα καζάνι το έλιωναν στη φωτιά. Το υγρό που έβγαινε, ήταν η λεγόμενη γλύνα. Το βάζανε σε δοχεία και αυτό πάγωνε. Το είχαν αρκετό καιρό και το έβαζαν σε διάφορα φαγητά. Τα κομμάτια που έβραζαν και δεν έλιωναν τελείως (ντίπ) αλλά έμενε ένα υπόλοιπο, ήταν οι τσιγαρίθρες. Τηγανιτές με βουστίνα και κανένα αυγό και φρυγάνες με καλαμποκίσιο ψωμί (μπομπότα) «να τρώει η μάνα και στο παιδί να μη δίνει».

Το δέρμα (το τομάρι), το τέντωναν και όταν ξεραινότανε το έκοβαν λωρίδες (φασκιές). Μετά μετρούσαν με το πόδι τους πόσο ήθελαν από αυτά τα κομμάτια, τα έπλεκαν και γίνονταν τσαρούχια (γουρουνοτσάρουχα), τα οποία φορούσαν οι άνθρωποι και πήγαιναν στις δουλειές αντί για παπούτσια.

Το κρέας που ήταν αρκετό (μπόλικο), το κόβανε κομμάτια, το βάζανε μέσα σε ξύλινο δοχείο (κάδος) με αρμύρα και λίγο λιγο έβγαζαν, το ξαρμύριζαν, το μαγείρευαν και έτρωγαν.


Σελίδες: 1 2 3 4 5

« Οι γιορτές »