Οι παλαιοί κυριακοχωρίτες

Και αν, παρά την επαγρύπνηση των γονιών, των μεγαλύτερων αδελφών και άλλων συγγενών, βρισκόταν ο τρόπος να γνωριστούν δύο νέοι και να ανθίσει η αγάπη τους, τότε αυτός ο δεσμός, ήταν ασυγχώρητος. Όχι μόνο ήταν προορισμένος να μαραθεί πριν καν ανθίσει ο ερωτικός δεσμός, αλλά εθεωρήτο προσβολή, με τις τότε επικρατούσες αντιλήψεις περί ηθικής. Ανεξάρτητα με τις καλές προθέσεις του νέου, η κοπέλα που είχε συνάψει ερωτικό δεσμό ήταν πια «θιγμένη και προσβεβλημένη», και συνήθως τέτοιες καταστάσεις μονάχα με μεγάλο καυγά ξεκαθαρίζανε. Για να ξεπλύνουν την προσβολή…».

Γεννιέται όμως το ερώτημα. Αφού υπήρχαν τόσο αυστηρά ήθη και τόσοι περιορισμοί, πως μπορούσε κανείς να δει και να ξεχωρίσει μια κοπέλα και να την ζητήσει σε γάμο;

Ένας νέος είχε την ευκαιρία να δει μια κόρη στην εκκλησία, σε καμιά γιορτή, ακόμη και σε κανένα «κλάμα» και να τη «ζηλέψει», να τη θαυμάσει για τα μυρολόγια της. Αν θαύμασε τους καλούς της τρόπους, τη σεμνότητα, το ωραίο της πρόσωπο ή τη λυγεράδα του κορμιού και την κορμοστασιά της, ένας τρόπος υπήρχε για να την κάνει γυναίκα του.

Ο μόνος σωστός και αποδεκτός τρόπος για να δημιουργηθεί δεσμός ανάμεσα σε ένα νέο και μία νέα, ήταν ο αρραβώνας, που οδηγούσε σε σύντομο γάμο.

Ο νέος που «ζήλεψε» μια κόρη έπρεπε να το πει στους γονιούς του και αυτοί (αν το εγκρίνανε) να προχωρήσουν στο συνοικέσιο. Οι μόνοι και ανεξέλεγκτοι κριτές που αποφασίζανε έναν αρραβώνα ήταν οι γονείς του νέου και της νέας. Και ίσως και κάποιο άλλο συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο με βαρύνουσα και σεβαστή γνώμη. Ο πατέρας ήταν εκείνος που έκρινε για το ΕΑΝ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΙΟΝ θα αρραβωνιαστεί η θυγατέρα του. Ο αφέντης του σπιτιού, αν ήταν άνθρωπος καλόγνωμος, συμβουλευτότανε και την γυναίκα του ή τους μεγαλύτερους γιους. Τις περισσότερες όμως φορές έκανε του κεφαλιού του. Δηλαδή αποφάσιζε χωρίς να ρωτήσει κανένα. Όλοι μέσα στο σπίτι έπρεπε να σκύψουν το κεφάλι στη θέληση του πατέρα αφέντη και να πειθαρχήσουν αναντίρρητα στην απόφασή του.

Τις πιο πολλές φορές ένα συνοικέσιο ήταν αποτέλεσμα καλομελετημένων υπολογισμών της γενιάς, που με διπλωματικότητα και φρόνηση ζύγιζε πολλά για να αποφασίσει έναν αρραβώνα ή ένα γάμο. Γιατί με ένα γάμο μπορούσε να σβήσει και να ξεχαστεί μια παλιά έχθρα ανάμεσα σε δυο γενιές, ή μπορούσαν να δημιουργηθούν νέες φιλίες και σχέσεις με άλλες οικογένειες, να τακτοποιηθούν οικογενειακές σχέσεις, να διευθετηθούν οικονομικές ή κτηματικές διαφορές κλπ

Εκείνοι που μαθαίνανε ότι πρόκειται να αρραβωνιαστούνε ήταν συνήθως οι άμεσα ενδιαφερόμενοι. Δηλαδή ο νέος και η νέα. Ο αρραβώνας για τους γιους αλλά κυρίως για τις κόρες αποφασιζότανε σε πολύ μικρή ηλικία. Δεκαπέντε έως είκοσι χρονών ήταν ο κανόνας για την κοπέλα. Από εικοσιπέντε χρονών και πάνω, άρχιζε να θεωρείται «μεγαλοκοπέλα» ή ανύπαντρη κόρη. Στα τριάντα είχανε λιγοστέψει, αν όχι ολότελα σβήσει οι ελπίδες για γάμο.

Στη σημερινή εποχή, η τόση βιάση των παλαιών Κυριακοχωριτών για αρραβώνιασμα και παντρειά των παιδιών τους, μας φαίνεται υπερβολική και αδικαιολόγητη.

Πρέπει όμως, το κάθε τι, να κρίνεται ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε εποχή. Η επιθυμία των Κυριακοχωριτών για πολλά παιδιά ξεκινά από την ανάγκη για δυνάμωμα της γενιάς. Το σόι έπρεπε να μεγαλώνει, να τρανεύει για να είναι περισσότερο υπολογίσιμο και σεβαστό. Κατά συνέπεια η εκλογή νέας νύφης, ήταν μια εγγύηση για πολλά παιδιά γιατί υπήρχαν μεγάλα χρονικά περιθώρια τεκνοποιϊας.

Ένας άλλος λόγος ήταν ότι τη νύφη περιμένανε πολλές και σκληρές δουλειές. Έπρεπε λοιπόν να είναι νέα και να αντέχει.

Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη και την ανησυχία των Κυριακοχωριτών για την τιμή και την υπόληψή τους. Όταν είχανε ανύπαντρα θηλυκά, τους έτρωγε η αγωνία μήπως ακουστεί τίποτα άσχημο για τις θυγατέρες ή για τις ανύπαντρες αδελφές. Ή το χειρότερο, μήπως (Θεέ μου φύλαγε) παραστρατήσει ή ατιμαστεί το θηλυκό, και μπλέξει όλη η πατρο-γενιά σε φασαρίες εκδικισμούς για την αποκατάσταση της τρωθείσας οικογενειακής τιμής.

Αποφασιστικό και σπουδαίο ρόλο για τη σύναψη ενός συνοικεσίου παίζανε την εποχή των πατεράδων και των παππούδων μας, οι προξενητές αλλά και οι προξενήτριες.

Όταν αποφασιζόταν το συνοικέσιο, ανελάμβανε ο ένας από τους γονείς του γαμπρού ή άλλος συγγενής – πάντα από την πλευρά του γαμπρού – να ζητήσει την κόρη. Εάν υπήρχε αμφιβολία αν θα δεχθούν την πρόταση οι γονείς της νύφης, τότε μεσολαβούσε τρίτο πρόσωπο, φιλικό και προς τις δύο πλευρές και σαν ένα είδος προξενητή, βολιδοσκοπούσε για τις διαθέσεις των γονέων της νύφης. Η προξενιά με αμοιβή ήταν άγνωστη.

Ο προξενητής ή η προξενήτρα, έπρεπε να προβάλει τα προσόντα του νέου που προξένευε. Να μιλήσει για τη λεβεντιά, τη σοβαρότητα, το χαρακτήρα και το καλό του όνομα. Αν προξένευε κοπέλα (πράγμα λίγο ασυνήθιστο για τις κοπέλες, τη ζητάγανε από τη μεριά του γαμπρού) η προξενήτρα έπρεπε να εκθειάσει την ομορφιά, την ευγένεια και κυρίως τη σεμνότητα και τις άλλες αρετές της κόρης. Βέβαια, δεν παρέλειπε να μιλήσει σε γενικές γραμμές, και για την προίκα. Το θέμα της προίκας το αφήνανε κατά μέρος οι μεσολαβητές. Ήτανε από τα θέματα που θα το συμφωνούσανε οι ίδιοι γονείς του γαμπρού και της νύφης, αν όλα προχωράγανε καλά.

Όλες αυτές οι συζητήσεις έπρεπε να γίνουν «μυστικού του τόπου». Να μη μαθευτούνε στη ρούγα και σε όλο το χωριό. Να μη βγει κανένα όνομα της κοπέλας πριν από το ξεφανέρωμα (τη φανέρωση) των αρραβώνων.

Οι διαπραγματεύσεις και οι συζητήσεις γύρω από ένα συνοικέσιο είτε από προξενητές είτε από τους ίδιους τους γονείς δεν κρατάγανε πολύ. Έπρεπε ή να διακοπούνε λόγω άρνησης της μιας πλευράς, ή ασυμφωνίας ή να καταλήξουν σε μια υπόσχεση. Το επόμενο βήμα ήταν η μνηστεία. Ο αρραβώνας ή και οι αρραβώνες όπως λεγόντουσαν.

Αυτή η προφορική συμφωνία των δύο οικογενειών έπαιρνε επίσημη μορφή, με την τελετή των αρραβώνων, η οποία παράλληλα με την τελετουργική διαδικασία, ήταν και το επίσημο ξεφανέρωμα της συμφωνίας.

Από τη μέρα της φανέρωσης του αρραβώνα άρχιζαν οι προετοιμασίες για το γάμο.


Σελίδες: 1 2 3 4 5 6 7 8

« Οι παλαιοί κυριακοχωρίτες »