Οι παλαιοί κυριακοχωρίτες

Δ. Γάμοι

Εκείνα τα χρόνια στη Ρούμελη όπως και σε κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας, ο κύριος προορισμός του κοριτσιού ήταν να βρει σύζυγο. Να δημιουργήσει οικογένεια. Να φέρει στον κόσμο παιδιά. Ίδιος ήταν και ο προορισμός του νέου Ρουμελιώτη. Έπρεπε και αυτός να παντρευτεί, να κάνει σερνικούς για να μεγαλώσει το σόι και να τρανέψει η γενιά.

Παρ’ όλη την ιστορικά αποδεδειγμένη φτώχεια της Δυτικής Φθιώτιδας, τα προβλήματα και οι στερήσεις, δεν φαίνεται να εμπόδιζαν τη σύναψη γάμου. Το πρώτο που ενδιέφερε ήταν η απόκτηση πολλών παιδιών και μάλιστα σερνικών. Τους Ρουμελιώτες πρώτα ενδιέφερε η δύναμη της γενιάς και η δύναμη όλης της Ρούμελης και μετά ο πλούτος και όλα τ’ άλλα.

Γι αυτό και οι κοπέλες ήταν περιζήτητες για νύφες. Αρκεί βέβαια να ήταν φρόνιμες, να προσέχανε «να μην ακουστεί το όνομά τους ή θιχτεί η υπόληψή τους». Ο ρόλος της μάνας ήταν να μεγαλώνει τα παιδιά και να ετοιμάζει από πολύ νωρίς τα προικιά για τις κοπέλες. Έπρεπε η νύφη να έχει έτοιμα τα «ρουχικά» δηλ. τα ρούχα, τα στολίδια, τις αλλαξιές από εσώρουχα και όλα τα χρειαζούμενα.

Μπορεί οι Ρουμελιώτες του παλιού καιρού να είχαν τα σερνικά για καμάρι και για στήριγμα του σπιτιού τους, αλλά και τις θυγατέρες δεν τις αφήνανε να «κακοπέσουνε».

Τα θηλυκά τα πονάγανε. Είχανε την έννοια τους και ετοιμάζανε όλα τα χρειαζούμενα που θα αποτελούσαν το αυριανό νοικοκυριό της Νύφης. Ρούχα για το ντύσιμο, σκουτιά (σκουτία). Χοντρόρουχα για κλινοσκεπάσματα (βελέτζες, μαντανίες, πανωσέντονα, κατωσέντοντα) οικιακά σκεύη, τσουκάλια και «χαλκώματα» και άλλα σκεύη κουζίνας. Κοσμήματα, υφαντά, πλεχτά, κεντήματα και άλλα εργόχειρα. Μπαούλα, κασέλες, σεντούκια. Ακόμα και κούνια για τα παιδιά που επρόκειτο να γεννηθούν.

Οι πλούσιες κοπέλες παίρνανε πιο πολλά. Αλλά και οι φτωχιές είχαν τα προικιά τους. Κάθε οικογένεια ανάλογα με τις δυνάμεις της φρόντιζε τα θηλυκά της.

Από την ημέρα που γεννιόταν το κορίτσι, έπρεπε ο καλός γονιός να μαζεύει σιγά σιγά τα απαραίτητα πράγματα που θα έδινε στην κόρη για προίκα.

Στις προετοιμασίες του γάμου του παλιού καιρού, φαίνεται καθαρά η μεγάλη προσήλωση των Ρουμελιωτών στα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα.

Τους χειμερινούς μήνες αποφεύγανε τους γάμους, γιατί τα μικρά και άβολα σπίτια των παλιών Ρουμελιωτών, δεν μπορούσαν να χωρέσουν μεγάλο αριθμό καλεσμένων. Τα πρόσωπα που συμμετείχαν ενεργά στις προετοιμασίες και στην τελετή του γάμου ήταν τα αδέλφια και οι γονείς των μελλονύμφων. Κουμπάρος κατά προτίμηση ήταν ο νονός του γαμπρού.

Όλοι οι γάμοι δεν γίνονταν με τον ίδιο τρόπο. Η προετοιμασία για το γάμο άρχιζε από την ημέρα της εβδομάδας Τετάρτη (Τητράδ). Αλέθανε στο μύλο. Την Πέμπτη (Πέφτ) ανάπιαναν τα προζύμια. Την Παρασκευή, δύο νέοι άνδρες, ένας από το σόϊ του γαμπρού και ένας από της νύφης (νύφς), έπαιρναν από μια τσίτσα (ξύλινο δοχείο στρογγυλό, στολισμένο με διακοσμητικά καρφάκια και λουλούδια) και τα καλέσματα (προσκλήσεις) και πήγαιναν στα σπίτια και έδιναν τα καλέσματα σε αυτούς που καλούσαν ο γαμπρός και η νύφη. Οι τσίτσες είχαν μέσα κρασί και όποιος ήθελε από τους καλεσμένους έπινε από λίγο για τα καλορίζικα.

Το Σάββατο το πρωί, ετοίμαζαν τα κρέατα που θα έπρεπε να έχουν για τα τραπέζια και αγόραζαν γίδες ή προβατίνες, κριάρια ή τραγιά. Την ώρα που έσφαζαν, τουφέκαγαν (τφέκαγαν) για τα καλορίζικα. Δύο άτομα αναλάμβαναν για να μαγειρέψουν. Να μαγειρέψουν το Σάββατο το πρωί για το τραπέζι στο σπίτι της νύφης. Ετοίμαζαν τα καζάνια. Μαγείρευαν κρέας με ρύζι, μακαρόνια, πατάτες, στιφάδο και λοιπά. Πάντως έπρεπε να έχουν τρία είδη φαγητών.

Το ίδιο γινότανε την Κυριακή το πρωί για το τραπέζι στο σπίτι του γαμπρού. Εδώ είχαν και όργανα. Καλεσμένος και ο κουμπάρος που θα στεφάνωνε το ζευγάρι. Έθιμο ήταν συνήθως ο κουμπάρος να ψήνει ένα αρνί ή κατσίκι, να βάζει ένα μπουκάλι των 5 οκάδων κρασί και μια κουλούρα (προβέντα) ψωμί κεντημένο με το πιρούνι και με λίγη ζάχαρη επάνω. Αυτά ήταν για την Κυριακή το βράδυ στο τραπέζι του γαμπρού.

Οι καλεσμένοι πήγαιναν και αυτοί για να βοηθήσουν τη νύφη και το γαμπρό. Τα όργανα, το Σάββατο το απόγευμα, ήταν στο σπίτι της νύφης και κατά διαστήματα έπαιζαν και χόρευαν οι καλεσμένοι που ήταν εκεί, μέχρι να έρθει η ώρα να στρωθούν τα τραπέζια. Κόσμος πήγαινε και ερχότανε στο σπίτι της νύφης για ευχές στη νύφη και στους γονείς της, για τα καλορίζικα, για τα καλά στέφανα. Χαρά μεγάλη.

Τα τραπέζια στρώνονταν στην αυλή, σε κανένα κήπο ή αλώνι. Έστρωναν κάτω στο χώμα χεράμια, κουβέρτες και κουρελούδες. Στο χώρο που θα έβαζαν το φαγητό έστρωναν τραπεζομάντιλα. Για καθίσματα έβαζαν καμιά σανίδα ή κάθονταν όπως μπορούσαν, σταυροπόδι, με διπλωμένα τα πόδια.

Το βράδυ οι καλεσμένοι, την ορισμένη ώρα είχαν μαζευτεί. Έπιαναν θέσεις. Το φαΐ έτοιμο (έτμο). Άρχιζε το σερβίρισμα. Οι καλεσμένοι είχαν μαζί τους και καμιά πιτούλα με τυρί ή βουστίνα ή κανένα κεφτεδάκι για να τραβιέται το κρασί. Ευλογούσε ο παππάς, αν υπήρχε και άρχιζαν το φαγητό. Έτρωγαν, έπιναν (έπναν) και δώστου οι ευχές στη νύφη και στους γονείς της. Καλορίζικα, καλά στέφανα και δώστου τα ποτήρια. Δεν ξέχναγαν όμως και αυτούς που ήταν για παντρειά (Κώστα, Γιώργο, Μαρία, Βασιλική και στα δκά σας (δικά σας).

Σιγά σιγά, τρώγοντας και πίνοντας, άνοιγε η όρεξη για τραγούδι. Αρχίζανε με τραγούδια του τραπεζιού, <<του Κίτσου η μάνα κάθεταν>>, <<Αντώνη μου τι σκέπτεσαι>>, <<Αντρούτσο μ που ξεχίμασες>> κλπ. Μετά τα όργανα άναβαν και ο χορός κράταϊ μέχρι αργά τη νύχτα ή και μέχρι το πρωί την αυγή καμιά φορά.

Στο σπίτι του Γαμπρού, ησυχία. Την Κυριακή το πρωί γινότανε η ετοιμασία στο σπίτι του Γαμπρού για μαγείρεμα. Ότι γινότανε στο σπίτι της Νύφης, γινότανε και στου Γαμπρού, μαγείρεμα κ.λ.π.

Το απόγευμα της Κυριακής,άρχιζε ο στολισμός της Νύφης και του Γαμπρού. Κοπέλες, όμορφα στολισμένες, δίπλα στη Νύφη την ώρα του χτενίσματος και γενικά του στολισμού της, της τραγουδούσαν ειδικά γι αυτή τη στιγμή. Το ίδιο γινότανε και στου Γαμπρού το σπίτι. Πάντως στο τέλος τον ξυρίζανε (ξούρσαν).

Έτοιμοι τώρα να πάνε για τη Νύφη (Νυφ). Πριν ξεκινήσουν από το σπίτι του γαμπρού για το σπίτι της Νύφης, οι καλεσμένοι συμπέθεροι ετοίμαζαν ζώα, άλογα και μουλάρια. Πάνω στα σαμάρια τους έβαζαν παραδοσιακές (χωριάτικες) κουβέρτες, και μαντανίες πολύχρωμες. Ξεκινώντας λοιπόν όλοι καβαλαρέοι. Στην επιστροφή όμως τα ζώα αυτά, πλην του Γαμπρού και του κουμπάρου τα φόρτωναν ρούχα, (βελέτζες, κουβέρτες, χειράμια και μπαούλα), (ήταν συνήθεια να φτιάχνουν προικιά). Πρώτος πήγαινε αυτός που κρατούσε το φλάμπουρα (φλάμπρα). Ο φλάμπρας ήταν ένα λάβαρο όπως η σημαία. Ένα κοντάρι ξύλινο μέχρι δύο μέτρα, στην κορυφή είχε σταυρό, στις μύτες του σταυρού κάρφωναν ρόδια, κυδώνια ή μήλα. Έβαζαν και λουλούδια.

Με ένα σπάγκο αρμάθιαζαν τρύπιες πενταροδεκάρες. Ο σπάγκος αυτός πιανόταν από το σταυρό και έφτανε μέχρι τη μέση από το κοντάρι. Κρέμαγαν δύο αρμάθες με πενταροδεκάρες. Στο κοντάρι έβαζαν ένα πανί άσπρο (μαντήλι γυναικείο, βαμπακιέλα όπως είναι η σημαία).

Πίσω από το φλάμπρα ήταν τα όργανα, στη συνέχεια ο γαμπρός και ο κουμπάρος και μετά οι συμπεθέροι. Εκτός από τα όργανα που έπαιζαν, έλεγαν και οι συμπεθέροι τραγούδια. Έλεγαν το τραγούδι «νεραντζούλα φουντωμένη, πούνε μωρέ πούνε τ’ άνθη σου, φύσηξε ο βοριάς και ο μέγας και τα τίναξε».

Πριν φτάσουν στο σπίτι της νύφης, έφευγαν τρεις καβαλαρέοι και πήγαιναν στο σπίτι, τουφεκώντας δήθεν ότι έρχονται και οι άλλοι και ειδικά ο γαμπρός με τον κουμπάρο και γύριζαν πάλι και ακολουθούσαν τους άλλους. Όταν έφταναν στο σπίτι της Νύφης τους καλωσόριζαν με τουφεκίδι (τφικιδ).

Όπως ήταν καβάλα στο άλογο ο γαμπρός, του έδιναν ένα ποτήρι με κρασί και έριχνε σταυρωτά από το άλογο. Μετά κατέβαινε πήγαινε εκεί που ήταν η Νύφη στολισμένη, γίνονταν τα συνηθισμένα πια και αφού χόρευαν λίγο, φόρτωναν τα προικιά, ανέβαιναν καβάλα ο Γαμπρός, η Νύφη και ο κουμπάρος και ευθεία για την εκκλησία.

Εκεί γινόταν το μυστήριο του γάμου (τα στέφανα). Στο χορό του Ησαΐα χόρευαν, πέταγαν ρύζι αλλά και κουφέτα και οι πιτσιρικάδες τρέχαμε (πηλαλάγαμε) να πιάσουμε κανένα κουφέτο για να γλυκαθούμε. Τελειώνοντας το μυστήριο, όλοι στις θέσεις τους παίζοντας τα όργανα και τραγουδώντας γύριζαν στο σπίτι του Γαμπρού. Εκεί μόλις έφταναν, η Νύφη έχει ένα ρόδι το οποίο και χτυπάγανε στον τοίχο του σπιτιού. Επίσης πετάγανε και ένα καρφί πάνω στο σπίτι. Μετά της έδιναν ένα ποτήρι με κρασί και το έριχνε σταυρωτά ( εμπρός, πίσω, αριστερά και δεξιά) στο άλογο. Συνέχεια φίλαγε ένα μικρό αγόρι στο οποίο δώριζε κάτι. Έπειτα της έδιναν μια προβέντα, στρόγγυλο ψωμί, που ήταν σταυρωτά χαραγμένη και στολισμένη με κουφέτα και λουλούδια, την έβαζε στο κεφάλι της και προσκύναγε δεξιά και αριστερά προς τον κόσμο, την έσπαγε μικρά κομμάτια και την πέταγε προς τον κόσμο και τους συμπεθέρους. Τέλος κατέβαινε από το άλογο και πήγαινε προς την πόρτα του σπιτιού που είχαν ένα μαχαίρι, πάταγε επάνω και έμπαινε μέσα. Μέσα στο σπίτι,Γαμπρός και Νύφη, κάθονταν και μάζευαν ευχές και φιλιά από τους συγγενείς, φίλους και γνωστούς. Αφού συνέρχονταν ύστερα από τόση διαδικασία, οι συμπεθέροι ήθελαν να τους δουν να χορεύουν. Τότε (1930-1940) χόρευαν παραδοσιακούς χορούς. Οι ευρωπαϊκοί χοροί στο χωριό παρουσιάστηκαν στην κατοχή. Το 1941 και έπειτα.

Ξεκίναγαν το χορό οι νεοπαντρεμένοι μαζί με τον κουμπάρο, αλλά μετά μεγάλωνε η παρέα. Το φλάμπρα το είχαν στήσει σε μια άκρη πάνω σε κανένα φράχτη και τον αρμένιζε (αρμένζε) ο αέρας. Μερικοί που χόρευαν μπροστά, κρατούσαν και το φλάμπρα και χόρευαν.

Τα καζάνια έβραζαν αλλά και το αρνί του κουμπάρου (κουμπάρ) ψηνόταν, ερχόταν γυρβουλιά στην σούβλα (σούφλα). Σχετικά με το φαγητό όπως έστρωσαν στο σπίτι της Νύφης έστρωσαν και στου Γαμπρού. Έτρωγαν, έπιναν, (έπναν) και σιγοτραγούδαγαν και δώστου ευχές στους νεοπαντρεμένους και τα ποτήρια άδειαζαν. Δεν ξεχνούσαν όμως και τους ανύπαντρους <<Κώστα και στα δικά σου ρε>> (Κώτσου κι στα δκάς ρε).

Ήρθε η ώρα να φαγωθεί και το κατσίκι (κατσίκ) του κουμπάρου. Αυτό όπως ήταν στη σούβλα ψημένο, κρέμαγαν κύπρια, τσοκάνια και κουδούνια από αυτά που κρέμαγαν οι τσοπάνηδες στα γιδοπρόβατα. Δύο άτομα το κρατούσαν, ένας από το ένα μέρος και ο άλλος από το άλλο. Άλλα δύο άτομα, άνδρες παρίσταναν το ανδρόγυνο. Ο ένας ντυμένος γυναικεία. Η γυναίκα μέσα σε ένα σακούλι είχει μια γάτα και την είχε ζωσμένη στη μέση της, έκανε την έγγυο. Η ετοιμασία γινόταν σε κρυφό μέρος για να μη φαίνονται.

Μπροστά λοιπόν ξετρύπωσε ένας ηλικιωμένος, πίσω από αυτόν αυτοί που κρατούσαν το ψημένο αρνί και πιο πίσω ο άλλος που τράβαγε ένα γάιδαρο (γμάρ) φορτωμένο με λίγα παλιά ρούχα, ένα δισάκι (δύο σακούλια ενωμένα) που είχαν μέσα την προβέντα και το μπουκάλι με το κρασί του κουμπάρου και πάνω στο γάιδαρο καβάλα ένας δεκαπεντάρης, αλλά όμως ήταν ανάποδα, δηλαδή κοίταζε προς τα πίσω. Γέλια και φωνές ο κόσμος. Πλησίασαν και άρχισαν να ρωτάν τι είναι εδώ. «Εσείς τι χαλεύετε (ζητάτε) και από πού έρχεστε;» «χαλεύουμε τουν κμπάρου (έλεγαν ένα όνομα στραπατσαρισμένο) κι είματι απ την Παλούκουνα (παλούκουβα ήταν ένα χωριό πίσω από το δικό μας) ή από τη Στήστα, Γραμμένη Οξιά. Στην κουβέντα επάνω τη γκαστρωμένη την έπιασαν οι πόνοι, ήθελε να γεννήσει και στη φασαρία επάνω με τρόπο αμόλαγε τη γάτα, η οποία έφευγε καμιά φορά προς τον κόσμο και εκεί γινόταν φασαρία. << ψήτ από εδώ ο ένας, ψήτ από εκεί ο άλλος>>. Ύστερα από τα γεννητούρια, άρχιζαν οι ερωτήσεις «που παένεται»; «παένουμε να βρούμε τ κουμπάρου», «τι τον θέλετε>>; <<να τ’ δώσουμει αυτό το αγριοκάτσκου», «που είν’ το σπίτι τ;» «αυτό που του βριτει;» «απάν στου βνό» «και τι θα του κάνετει:” « θα φάμε και θα το αξιώσουμε». Βρέθηκε και ο κουμπάρος «βρε καλώς τα τα παιδιά», «καλά είστε»; «ουρέ κουμπάρη τι γίνεσαι»; «καλά». Του δώσανε την προβέντα, «τι είναι αυτό»; «χαμουκούκι», «και τι θε να το κάνουμε»; «θα το φάμε και το αξιώσουμε». Του έδωσαν και τη μπουκάλα, «τι έχει μέσα»; «έχει, έχει>>, <<τι έχ μέσα ρε παιδιά»; «τσαπουρνόσμου», «και τι θα το κάνουμε»; «θα το πιούμε και θα το αξιώσουμε». Ο κόσμος φώναζε «άξιο άξιο». Το κατσίκι και την προβέντα τα έκοβαν κομμάτια και τα μοίραζαν. Το τσαπουρνόσμο (κρασί) έπιναν από λίγο όλοι και έλεγαν τις συνηθισμένες ευχές, στους νεοπαντρεμένους, στο κουμπάρο και στους γονείς του ζευγαριού. Μετά άρχιζε το γλέντι μέχρι το πρωί. Το πρωί έφευγαν και άφηναν το ζευγάρι να κοιμηθεί. Το έθιμο ήταν οι νεοπαντρεμένοι, από την Κυριακή το βράδυ να βγαίνουν έξω την Τετάρτη (Τητράδ). Αυτό έκανε ο Μήτρος με τη Μάρω. Την Τετάρτη κυκλοφόρησε ο Μήτρος και μόλις τον είδαν όμως οι μάγκες, αμέσως άρχισαν, «ε τι έγινε ρε Μήτρο»; απάντηση, «την Τρίτη τναυγή>>, «ρε τι έγινε»; τον ξαναρώτησαν. Περίμεναν να τους πει λεπτομέρειες. Εκείνος πάλι απήντησε «Την Τρίν τναυγή, μου ‘πε η Μάρω, σήκω Μήτρο μ να κατρίσω».

Έγινε γάμος που ο γαμπρός ήταν απ το χωριό μας, μακαρίτης πια, Κάντζος Κωνσταντίνος του Σταύρου. Η Νύφη απ’ τ’ Αργύρια. Πήγανε στ’ Αργύρια. Στο γυρισμό ανέβηκαν τον ανήφορο από το ποτάμι τις 30 λογγιές και βγήκαν απάνου στου τσαγκάρ τη βρύς και φάνκαν απ του χουριό, μπροστά του φλάμπρας, πίσω τα όργανα με ένα μεγάλο νταούλι χτυπώντας το, βαζοκόψαν, τραντάχτηκαν τα ρέματα. Τα δε ζώα φορτωμένα με τα πολύχρωμα προικιά ήταν ένα θέαμα πολύ όμορφο. Μερικοί όμως γάμοι δεν γίνονταν έτσι και μερικοί όχι, για τον άλφα ή βήτα λόγο.


Σελίδες: 1 2 3 4 5 6 7 8

« Οι παλαιοί κυριακοχωρίτες »