Οι παλαιοί κυριακοχωρίτες

Ε. Τα Βαπτίσια

Πριν μερικά χρόνια τα βαπτίσια γίνονταν στην Εκκλησία αλλά και στα σπίτια. Στην Εκκλησία υπάρχει ένα ιερό σκεύος για να βαπτίζουν τα μωρά, η κολυμβήθρα. Όταν θα βάπτιζαν το μωρό στο σπίτι, έπαιρναν την κολυμβήθρα εκεί στο σπίτι. Στο σπίτι εκτός από τους γονείς, τον παππού (παππούλη), τη γιαγιά (βαβά), ήταν ο παππάς απαραιτήτως, ο κουμπάρος που θα χάριζε το όνομα στο μωρό και κανένας πολύ πολύ στενός συγγενής.

Άρχιζε ο παππάς να διαβάζει τις ευχές και διαβάζοντας καλούσε τον κουμπάρο να χαρίσει το όνομα. Μερικοί μόλις άκουγαν το όνομα, έτρεχαν ποιος θα πήγαινε πρώτος στους γονείς να πει το όνομα. Στον πρώτο έδιναν λεφτά. Τα συγχαρίκια. Στη συνέχεια ο νουνός, έλεγε το πιστεύω, το σύμβολο της πίστεως. Κατόπιν ο παππάς κράταγε το μωρό πάνω από την κολυμβήθρα και ο νουνός το λάδωνε. Τελειώνοντας το λάδωμα, ο παππάς αμέσως το βούταγε στην κολυμβήθρα λέγοντας «βαπτίζεται ο δούλος του Θεού (το όνομα του μωρού) εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος Αμήν. »

Μετά από τη βουτιά, είχαν έτοιμα τα ρούχα (φωτίκια) του μωρού, που τα έκανε δώρο ο Νονός. Το έντυναν και μετά το φρόντιζαν οι γονείς. Ο παππάς διαβάζοντας ευχές, έπαιρνε τον κουμπάρο από το χέρι, ο οποίος κουμπάρος κράταγε το μωρό (βαφτιστήρι) και έρχονταν όλοι μαζί γύρω από την κολυμβήθρα. Έτσι τελείωνε το μυστήριο. Εκείνα τα χρόνια, ο νονός μοίραζε λεφτά σε αυτούς που ήταν εκεί και στην κολυμβήθρα μέσα έριχνε χρήματα για να τα πάρουν εκείνοι που θα πήγαιναν να την αδειάσουν στην Εκκλησία σε ειδικό μέρος. Τώρα πια δεν γίνονται βαπτίσια στο σπίτι παρά μόνο στην Εκκλησία και τα της κολυμβήθρας αναλαμβάνουν οι νεωκόροι. Μετά το μυστήριο, γονείς και νονός πήγαιναν στο σπίτι και έπιναν ένα κρασί. Σήμερα έχουν αλλάξει τα πράγματα κάνουν τραπέζια κλπ.

ΣΤ. Το Πουλημένο Παιδί

Τα παλαιότερα χρόνια όταν ένα παιδάκι γεννιόταν άρρωστο και αδύναμο, σε βαθμό που κινδύνευε να πεθάνει, οι γονείς του το πουλάγανε, συμβολικά όπως θα δούμε. Πηγαίνανε σ’ ένα σταυροδρόμι και αφιερώνανε το παιδάκι στον πρώτο περαστικό διαβάτη, αρκεί να του ‘δινε ο Θεός την υγειά του. Στον πρώτο που θα περνούσε ζητάγανε ένα μικρό νόμισμα και του «πουλάγανε» το παιδί. Από εκείνη την ώρα ήταν αφιερωμένο, «ταγμένο» και κανείς άλλος δεν μπορούσε να το βαπτίσει. Στην βάπτισή του δινότανε το όνομα του νονού.

Ζ. Το Ξεμάτιασμα

Στη Φθιώτιδα, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, ήταν παραδεκτό πως μπορούσε κάποιος με κατάλληλη προσευχή και «μυστικά λόγια», να ελευθερώσει αυτόν «που χτυπήθηκε από κακό μάτι».

Μπορούσε δηλαδή, να ξεματιάσει τον ματιασμένο. Την κακή επίδραση που έχει η επίμονη, θαυμαστική ή ζηλόφθονη ματιά κάποιου, πάνω σε ένα άλλο άτομο, την καταλάβαινε η «ξεματιάστρα» από κάποια ορισμένα σημάδια. Τα σημάδια αυτά ήταν ζάλη, ατονία (απώλεια δυνάμεων), πολλά χασμουρητά, τάση για ύπνο, βαριά κουρασμένα βλέφαρα, άτονο βλέμμα και άλλα.

Με κατάλληλα ευχολόγια και «σταυρώματα» η ξεματιάστρα ή ο ξεματιαστής έδιωχνε το μάτιασμα και θεράπευε τον ματιασμένο. Εκτός από τους ανθρώπους, το «κακό μάτι» μπορούσε να πέσει και πάνω σε ζωντανά. Οι παλαιότεροι του χωριού θυμούνται άλογα, μουλάρια, πρόβατα κλπ που «σκάσανε» από κακό μάτι και άλλα που σωθήκανε από ξεμάτιασμα.

Οι χάντρες και τα κομπολόγια, τα χαϊμαλιά, που βάζανε στα μουλάρια και καμιά φορά στα γαϊδούρια, εκτός από στολίδια είχανε και άλλη χρησιμότητα. Οι παλιοί πιστεύανε πως «το κακό μάτι» προσελκύεται από τις πολύχρωμες χάντρες και δεν πείραζε το ζωντανό. Κάτι ανάλογο ήταν το «θαλασσόματο» για τους ανθρώπους. Μια μικρή θαλασσινή πετρούλα (ίσως απολίθωμα παλαιού θαλάσσιου οργανισμού) που στο κέντρο είχε μια ανοιχτόχρωμη βούλα όμοια με μάτι. Όποιος είχε κρεμασμένο θαλασσόματο επάνω του δεν τον έπιανε το μάτι.


Σελίδες: 1 2 3 4 5 6 7 8

« Οι παλαιοί κυριακοχωρίτες »